Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

Οι “Περικλήδες”

Χρόνια ακαλημέριστο

και θανάσιμα γερασμένο

το ταπεινό “Παντοπωλείο Κουτούση”

στην ανηφορική οδό Κισσέως

περιμένει, πνιγμένο ανάμεσα σε νεόκτιστα

γιομάτα σύγχρονο κομπασμό,

τη μαύρη μοίρα του.

Οι χαμηλοί πέτρινοι τοίχοι του

κατάκοποι απ' την ορθοστασία,

γερτοί και καμπουριασμένοι,

σάμπως κορμί υπέργηρου, βογκούν θλιβερά.

Η σκεπή του, λυγισμένη απ' το βάρος του χρόνου

με κεραμίδες γιομάτες βρύα και πολλές σπασμένες,

ομπρέλα κατατρυπημένη,

δεν μπορεί πια να νικήσει τη βροχή

και πικρά στάζει.

Οι σουβάδες του από φτηνά υλικά

ξεφτισμένοι και φουσκωμένοι,

κι η εξώπορτα και τα παράθυρα του

ξεγωνιασμένα και μισοσαπισμένα,

σφραγισμένα όλα με πέπλα αράχνης πυκνά,

κοιτούν αμίλητα τους περαστικούς

μοιράζοντας θλίψη.



Μπροστά στη δίφυλλη εξώπορτα του,

-που από καιρό ξεπέρασε τη χρήση-

ένα χαμηλό πέτρινο σκαλί,

λείο πια απ' τ' αμέτρητα του χρόνου πατήματα,

δεξιά κι αριστερά της δυό μεγάλα παράθυρα

μ' απλοϊκές σιδεριές που καταγράφουν την εποχή τους,

ξεφτίδια του χρόνου κι αυτά,

που κάποτε βιτρίνες του μαγαζιού

αμαγάριστες από πλαστικά στολίδια

και γιομάτες βουνίσια αγνότητα

χαμογελούσαν στους περαστικούς

και πάνω ψηλά η ξεθωριασμένη

και ξεφλουδισμένη ταμπέλα του παντοπωλείου

με τα συμπυκνωμένα απομνημονεύματα

των τελευταίων γενιών,

που παλιά είχε αντικαταστήσει μια άλλη “Καφενείου”

με τον άγραφο τίτλο “οι Περικλήδες”,

επωνυμία σαν βότσαλο λεία

στο στόμα των παλιών Χορτιατινών

απ’ το δίσκο “Μένα με λένε Περικλή”

που το βραχνό γραμμόφωνο του,

καμάρι όλου του χωριού τότε,

γιόμιζε τον δρόμο με νότες παθιασμένες.



Σκίζοντας της αράχνης το πέπλο

κ' ανοίγοντας την εξώπορτα

με τους κουρασμένους μεντεσέδες,

πατάς σε πάτωμα φαρδοσάνιδο σαπισμένο

και νιώθεις πως όλα μες στον μισοσκοτεινιασμένο

κι αραχνιασμένο χώρο

με τη μυρουδιά του μουχλιασμένου ξύλου,

σε κρυφοκοιτούν περίεργα κι ερευνητικά

κι αντικρίζεις τοίχους λουλακιασμένους, περίλυπους,

έντονα ξεφτισμένους,

που όμως έστω και σ' αυτό το χάλι

ακούς να προφέρουν ένα αχνό “περάστε”.

Αμέτρητα απανωτά ασβεστοχρίσματα

έχουν κάνει την σκασμένη επιφάνεια τους

να φαντάζει σαν τετράδιο πολύφυλλο.



Σχεδόν παντού άδεια ράφια ξύλινα αραιά και βαθιά

λυγισμένα από το βάρος της μνήμης και της σκόνης

ριγώνουν οριζόντια τους τοίχους του.

Στη μεριά του δρόμου

δυο μεγάλα παράθυρα ξεχαρβαλωμένα

που στα νιάτα τους σαν εφημερεύοντες παρατηρητές

μετρούσαν τους περαστικούς, τις χαρές και τις λύπες τους.



Κοιμισμένους ήχους και παλιάς μουσικής λόγια

γεμάτο το μαγαζί σαν μπαίνεις μέσα,

μα αν καλά αφουγκραστείς,

ξεχωρίζεις νότες γραμμόφωνου, ήχους από τάβλι,

λόγια ξερής και γνήσια κουβέντα Χορτιατινή,

που δεν έχει να κάνει τίποτα

με το αν είσαι ζυγός ή κριός

ή αν ο δείκτης στο χρηματιστήριο ανέβηκε ή έπεσε,

αλλά με σακατεμένα χρόνια

απ' τον πρώτο και δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο,

με μέρες σκυφτές της κατοχής

κι αγωνίες για τον καιρό,

για ζώα που γεννούν και για σπαρμένα χωράφια.



Τζάμια ραγισμένα και συχνά λειψά

που κάποτε μεθούσαν χνωτισμένα

απ' τη ζέστα της ξυλόσομπας,

τις μυρουδιές του ούζου και τα λαϊκά τραγούδια,

τώρα σε κοιτούν περίλυπα,

τυφλωμένα από σκόνη κι αράχνες.



Στο βάθος ένας γερασμένος πάγκος

με τσίγκο ντυμένος, γερτός

με τις γωνιές του λειασμένες απ' τη χρήση,

μ' αμέτρητα ίχνη ψημένων καφέδων

και σταγόνες καφετιές από απρόσεχτες ρουφηξιές

καθώς και με μυρουδιά ούζου από αδέξια σερβιρίσματα.

Σ' όλες τις πλευρές του καρφιτσωμένες αυθεντικές ιστορίες.



Ένα απόμεινε σιδερένιο τραπέζι στην κόχη

ασήκωτο απ' τ' άπειρα “γεια σου”

γραμμένα ανεξίτηλα πάνω του

με τραχιά δακτυλικά αποτυπώματα,

που συνεχώς ψιθυρίζει ιστορίες

που άκουσε από πρώτο χέρι,

και, σαν μεσ' από νέφος πυκνό,

ξαναβλέπεις τρεις τέσσερις Χορτιατινούς

καθισμένους ολόγυρα του

να τσουγκρίζουν τα χοντροπατα γυάλινα ποτήρια τους

τσιμπώντας απ' το πιατάκι ελιές, τουρσί κι αντσούγιες

και να βουτούν που και που την τίμια μπουκιά τους

στ' αλμυρό και ξινό ζουμί της ζωής,

κάτω απ' το αθώο βλέμμα της γκαζόλαμπας

και της φρικτής μυγοπαγίδας.



Ξεχασμένο σ' ένα ράφι δίπλα απ' τον πάγκο

ένα λιγδιασμένο τετράδιο χοντρό ποντικοφαγωμένο,

γιομάτο μ' ονόματα ανθρώπων,

που τώρα πιά κατοικούν στο κοιμητήρι,

και μουντζουρωμένους αριθμούς.



Γέρικο καφενείο των "Περικλήδων",

εντελώς ανυποψίαστος πέρασα προχτές

απ' το δρόμο όπου σ' έβλεπα χρόνια και χρόνια

ν' αργοσβήνεις συλλαβίζοντας το θάνατο

κι ενεός σ' αντίκρισα αναστημένο

περίτεχνα αναπαλαιωμένο,

γιομάτο αίγλη παλιά,

ανάμεσα στα ψηλά και ξιπασμένα νεόκτιστα σπίτια

που τώρα πια σε καλημερίζουν μ" εκτίμηση

κι έμεινα με την εντύπωση

πως μπορεί και να σε ζηλεύουν λίγο

για την αυθεντική βουνίσια χάρη σου.



Τάκης Λαζαρίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.